Προσευχή εἰς τήν Γέννηση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου



Διάφορα
Προσευχή εἰς τήν Γέννηση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου


Τό ἄρθρο αὐτό δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Ἐλεύθερη Πληροφόρηση», φύλλο 34, 1-4-2000
Ἡ μεγάλη στέρηση
Μητροπολίτου Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Νικοδήμου
Σκέφτομαι τούς συνοδοιπόρους μου στήν κούρσα τῆς σύγχρονης σκληρῆς ἱστορικῆς περιπέτειας. Tούς ἀνθρώπους, πού περπατοῦν πλάϊ μου, ἀλλά διαφοροποιοῦνται θεληματικά στήν προοπτική τῆς πίστης. Ὅλους αὐτούς, πού μοχθοῦν, ἀγωνιοῦν καί προβληματίζονται. Πού χουφτώνουν τή σκιά τῆς εὐτυχίας καί, ξαφνικά, βρίσκονται ὁλομόναχοι στήν ἀνοιχτή θάλασσα. Πού δίνονται σέ τιτάνειο ἀγώνα ἐνάντια στά κύματα καί διαπιστώνουν, πάνω στήν προσπάθειά τους, τήν ἀνθρώπινη περατότητα καί τήν ἐφήμερη διάσταση τῆς εὐτυχίας.
Kαί σκέφτομαι, πόσο σκοτεινός καταντάει ὁ ὁρίζοντας καί πόσο ἀναπάντητα τά ἐρωτήματα, ἄν δέν ἔχει κάποιος γνωρίσει καί δέν ἔχει δοκιμάσει τή γλυκύτητα τῆς προσευχῆς. Ἄν, στό ἄνοιγμα τῆς μέρας του, δέ σηκώνει τό βλέμμα στόν οὐρανό, νά ἀνιχνεύσει τήν προστατευτική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ-Πατέρα καί νά ἐμπιστευτεῖ τήν ὕπαρξή του στή γνήσια, ἀλλά καί ἀπέραντη στοργή Tου. Ἄν κατά τή δοκιμή τῆς χαρᾶς δέ γνώρισε τό σκίρτημα τῆς εὐγνωμοσύνης σέ Kεῖνον, ἀπό τόν ὁποῖο ἐκπορεύεται «πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον» (Ἰακώβ. α΄ 17). Ἄν στόν αἰφνιδιασμό τῆς ἀποτυχίας ἤ τοῦ θανάτου, δέν ἄφησε τά θολωμένα του μάτια νά ἐκφραστοῦν, νά διατρανώσουν τή θλίψη τους καί νά ἀνακαλύψουν τήν κρυφή διάσταση τῆς αἰωνιότητας καί τό νοηματισμό τοῦ γεγονότος τῆς Ἀνάστασης.
Ἡ ὕπαρξη δίχως τήν προσευχή εἶναι μιά ζωντανή, κινούμενη ὕλη, ἀλλά ἀνάπηρη.
Τό ἄρθρο αὐτό δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Ἐλεύθερη Πληροφόρηση», φύλλο 291, 16-12-2010
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
μπροστά στη Φάτνη
(Εἰς τόν μακάριον Φιλογόνιον)

Α΄και γ΄ωδή του Κανόνα του Πάσχα
(κείμενο-μετάφραση)

Ποίημα Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
ᾨδὴ α' Ἦχος α΄ εἱρμὸς
«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα·
ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν,
καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν,
Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας».
Νά γίνουμε λαμπεροί γιατί ἡ μέρα τῆς Ἀναστάσεως εἶναι Πάσχα, Πάσχα Κυρίου,
γιατί ἀπό τόν θάνατο στή ζωή,
καί ἀπό τή γῆ πρός τόν οὐρανό,
Χριστός ὁ Θεός μᾶς ἀνέβασε,
ψάλλοντας ἆσμα τῆς νίκης.
Περιοδικό «Ἐλεύθερη Πληροφόρηση», φύλλο 312, 'Ιανουάριος 2012
Ἕνα ἀλλοιώτικο γαμήλιο δῶρο

Ποίημα Γρηγορίου του Θεολόγου σέ πεζή μετάφραση
(Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (329-389 μ.Χ.) καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (344-407 μ.Χ.) ὑπῆρξαν καί οἱ δύο Ἐπίσκοποι Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά δέν συναντήθηκαν ποτέ στή ζωή τους. Οἱ πατρίδες τους ἀπείχαν σημαντικά, γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, οἱ δέ παραμονές τους στήν Βασιλεύουσα δέν διήρκεσαν πολύ, ὥστε νά συμπέσουν. Ἔφυγαν καί οἱ δύο διωγμένοι. Ἕνα πρόσωπο ἐν τούτοις, μιά ἀρχόντισσα τῆς Πόλης, συνδέθηκε καί μέ τούς δύο τους στενά. Πρόκειται γιά τήν Ἁγία Ὀλυμπιάδα. Ὅταν ὁ Γρηγόριος θηριομαχοῦσε μέ τούς Ἀρειανούς, ἡ Ὀλυμπιάδα, μικρή χαριτωμένη παιδούλα, ἔμενε στό σπίτι, πού φιλοξενοῦσε τόν Ἅγιο. Ἦταν γι᾿αὐτόν μιά ξεκούραση. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἀποτραβήχτηκε στόν Πόντο, ἡ Ὀλυμπιάδα κράτησε ἐπαφή μαζί του καί δεχόταν τήν καθοδήγηση καί τήν εὐλογία του. Μεγάλωσε καί παντρεύτηκε.
M. Bασίλειος: Πρός Eὐστάθιον τόν Σεβαστηνόν

Περιοδικό «Ἐλεύθερη Πληροφόρηση», φύλλο 9, 15-3-1999
«Ἐπειδή δέ ὁρῶ τῷ χρόνῳ συμπροϊοῦσαν τήν ἔχθραν καί μή μεταμελομένους ἐπί τοῖς ἐξ ἀρχῆς λαληθεῖσι, μηδ᾽ ὅπως τά παρελθόντα ἐξιάσαιντο ποιουμένους τινά φροντίδα, ἀλλ᾽ ἐπεξεργαζομένους καί πρός τόν ἐξ ἀρχῆς σκοπόν συντεταγμένους ὅν ἐνεστήσαντο, κακῶσαι ἡμῶν τήν ζωήν καί χρᾶναι τήν ὑπόληψιν παρά τοῖς ἀδελφοῖς μηχανώμενοι, οὐκέτι μοι τό τῆς σιωπῆς ἀσφαλές καταφαίνεται. Ἀλλ᾽ εἰσῆλθέ μοι τό τοῦ Ἡσαΐου λέγοντος· “Ἐσιώπησα, μή καί ἀεί σιωπήσομαι καί ἀνέξομαι; Ἐκαρτέρησα ὡς ἡ τίκτουσα”. Γένοιτο δέ καί ἡμᾶς καί τόν ἐπί τῇ σιωπῇ μισθόν δέξασθαι καί λαβεῖν τινα ἐν τοῖς ἐλεγμοῖς δύναμιν, ὥστε ἐλέγξαντας ἡμᾶς ξηρᾶναι τόν πικρόν τοῦτον τῆς καθ᾽ ἡμῶν ρυείσης ψευδηγορίας χείμαρρον, ὥστε ἄν εἰπεῖν καί ἡμᾶς· “χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχή ἡμῶν”, καί τό· “Eἰ μή ὅτι Kύριος ἦν ἐν ἡμῖν ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφ᾽ ἡμᾶς, ἄρα ζῶντας ἄν κατέπιον ἡμᾶς, ἄρα τό ὕδωρ ἄν κατεπόντισεν ἡμᾶς”».
Ἐπειδή, ὅμως, βλέπω ὅτι ἡ ἔχθρα των συμπορεύεται μέ τό χρόνο καί ὅτι αὐτοί δέν μετανοοῦν γι᾽ αὐτά, πού εἶπαν ἀπ᾽ τήν ἀρχή, καί δέ φροντίζουν νά θεραπεύσουν τά περασμένα, ἀλλά τά ἐπαυξάνουν καί συντάσσονται γιά νά ἐξορμήσουν μέ τό σκοπό, πού καθόρισαν ἀπ᾽ τήν ἀρχή, νά βλάψουν δηλαδή τή ζωή μου καί νά λερώσουν τήν ὑπόληψί μου μεταξύ τῶν ἀδελφῶν μου, γιά τό λόγο αὐτό δέν μοῦ φαίνεται πιά ἀσφαλής ἡ σιωπή μου. Mοῦ ἦρθε αὐτό, πού λέει ὁ Ἡσαΐας: “Σώπασα. Mήπως θά σωπαίνω καί θά ἀνέχωμαι γιά πάντα; Ὑπέμεινα καρτερικά, ὅπως ὑπομένει ἡ γυναίκα, πού γεννάει”. Eἴθε, λοιπόν, νά ἀπολαύσουμε καί μεῖς τό μισθό, πού ταιριάζει στή σιωπή μας καί νά πάρουμε καί δύναμι, γιά νά ἐλέγξουμε καί μέ τόν ἔλεγχό μας νά ξεράνουμε τοῦτο τόν πικρό χείμαρρο τῆς ψευδολογίας, πού ξεχύθηκε πάνω μας. Ἔτσι, πού νά μπορέσουμε νά ποῦμε: “Xείμαρρο πέρασε ἡ ψυχή μας”. Kαί, ἀκόμα, νά ποῦμε: “Ἄν δέν ἦταν ὁ Kύριος στό πλευρό μας τήν ὥρα, πού οἱ ἄνθρωποι ἐπιτέθηκαν ἐναντίον μας, θά μᾶς εἶχαν καταπιεῖ ζωντανούς καί τό νερό θά μᾶς εἶχε καταποντίσει.